ρόδινος

ρόδινος
η , ο[ν] прям. , перен. розовый;

ρόδινα μάγουλα — розовые щёки;

ρόδινа όνειρα — розовые мечты;

§ τα βλέπω όλα ρόδιν — а видеть всё в розовом свете; — смотреть на всё сквозь розовые очки;

η κατάσταση δεν είναι ρόδινη — положение не из приятных


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ρόδινος" в других словарях:

  • ῥόδινος — made of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρόδινος — η, ο / ῥόδινος, ίνη, ον, ΝΜΑ νεοελλ. 1. ο ευοίωνος, ο αίσιος (α. «ρόδινες προοπτικές» β. «η κατάσταση δεν είναι ρόδινη») 2. το ουδ. ως ουσ. το ρόδινο το χρώμα τού ρόδου, το τριανταφυλλί, το ροζ 3. φρ. «τά βλέπει όλα ρόδινα» είναι υπερβολικά… …   Dictionary of Greek

  • ροδινός — ὁ, Μ ονομασία πολύτιμου λίθου, ποικιλίας τού υακίνθου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόδινος, με καταβιβασμό τού τόνου] …   Dictionary of Greek

  • ρόδινος — η, ο 1. καμωμένος από τριαντάφυλλα. 2. τριανταφυλλής. 3. φρ., «Τα βλέπει όλα ρόδινα», είναι αισιόδοξος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ροδινός, Νεόφυτος — (Ποταμιά Κύπρου 1570; – 1659;). Λόγιος κληρικός και συγγραφέας. Μαθητής του Μαργούνιου στην Κρήτη και μοναχός στο εκεί σιναϊτικό μετόχι, ακολούθησε αργότερα τον δάσκαλό του στην Ιταλία, όπου σπούδασε στο Ελληνικό Κολέγιο της Ρώμης (1607 11). Μετά …   Dictionary of Greek

  • ῥοδίνω — ῥόδινος made of masc/neut nom/voc/acc dual ῥόδινος made of masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδίνων — ῥόδινος made of fem gen pl ῥόδινος made of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥόδινον — ῥόδινος made of masc acc sg ῥόδινος made of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδίναις — ῥόδινος made of fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδίνη — ῥόδινος made of fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδίνην — ῥόδινος made of fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»